Γράφει ο Σωτήρης Καλαμίτσης.
Τηλεφώνησα χθες σε εξαδέλφη μου να ευχηθώ. Ζη στη Θεσσαλονίκη. Μου είπε ότι ο σύζυγός της απολύθηκε από μία μεγάλη επιχείρηση που έκλεισε. Χωρίς εφ’ άρπαξ, αποζημίωση κ.λπ. Ο ένας γιός σπουδάζει στη Βουλγαρία, οι άλλοι δύο, μηχανικοί, βρήκαν δουλειά στη Βουλγαρία. Το σπίτι άδειο.
Πόσοι άλλοι γιοί και κόρες έχουν μεταναστεύσει; ΝΟΜΙΜΩΣ. Κατατρεγμένοι σίγουρα, μαζί με άλλους 600.000, από το πωλητικό αληταριό.
Από την άλλη έχουμε τις χιλιάδες των λαθρομεταναστών, οι οποίοι τυγχάνουν της συμπόνοιάς μας. Τα ΜΜΕ και το πωλητικό σύστημα τους αποκαλούν πρόσφυγες. Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να απαλύνουμε τον πόνο αυτών των ανθρώπων που πληρώνουν $3.000-5.000 στους δουλεμπόρους για να έλθουν στη χώρα μας σε συνεργασία με τις ΜΚΩλες. Χωρίς χαρτιά, αλλά με smartphone. Κι’ αν έχουμε αντίθετη άποψη από τους «δημοκράτες» και «προοδευτικούς» καταλήγουμε να γίνoυμε αρχιδομουνόπανα.




Αισθάνθηκα αηδία βλέποντας τα δέκα κορίτσα να παρελάζουν [που λένε οι μορφωμένοι] βαδίζοντας ως πολύσπαστα προς τιμήν τών ηρώων που έχυσαν το αίμα τους για την πατρίδα. Ένοιωσα και θυμό που υπάρχουν γονείς και δάσκαλοι, οι οποίοι δεν κατάφεραν να μεταδώσουν σ’ αυτά τη συστολή κατ’ ελάχιστον απέναντι στην πλειονότητα του λαού που τιμά τους νεκρούς του και επιμένει να τους θυμάται. Προσπάθησα να φανταστώ, τί θα έγραφε ο Νίκος Τσιφόρος αν ζούσε. Ίσως ένα χρονογράφημα με τον ως άνω τίτλο κατ’ απομίμηση του «Τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα».


