Θυμάται και γράφει ο Ιωσήφ Παπαδόπουλος.
Κατέβασα το ακουστικό του τηλεφώνου. Μόλις είχα νοιώσει την ανάγκη να κάνω για άλλη μια φορά εμετό! Οι βρισιές και οι απειλές από την άλλη άκρη του σύρματος έδιναν κι' έπαιρναν, κι' εγώ δεν είχα παρά να τις μαγνητοφωνώ, όπως έκανα πάντοτε σ' αυτές τις περιπτώσεις. "Πότε θα σταματήσεις να μιλάς ρε; Δεν έβαλες μυαλό από την τελευταία φορά που κοντέψαμε να σε πετάξουμε στη θάλασσα; Δεν θα κατέβεις το καλοκαίρι στο νησί ρε αλήτη; Θα δεις, θα σε βαράμε όλοι μαζί!".
Δεν μου άφησε περιθώρια να απαντήσω. Τι να απαντήσεις άλλωστε σε έναν ανώνυμο "παλληκαρά"; Ας είναι πάντως καλά ο συμπατριώτης. Αφού τους ενοχλεί ακόμη η γραφή μου, είναι παρήγορο. Μέτρησα τους σφυγμούς μου. Θα έπρεπε να είναι πάνω από 120, ήταν όμως μόνο 80! Κι' αυτό θετικό, σκέφτηκα. Ως πού θα πάει όμως έτσι; Ο δρόμος είναι μοναχικός, απόμερος, σκοτεινός, κακοτράχαλος, γεμάτος πέτρες κι' αγκάθια. Περπατώ προς το φως, παραπατώ, πέφτω, σηκώνομαι, τρέχω, πέφτω πάλι. Διακρίνω κάποια μάτια στο σκοτάδι, δεξιά κι' αριστερά, που παρακολουθούν με αγωνία τις κινήσεις μου. Κάτι φαίνεται πως περιμένουν. Να δουν, ίσως, αν θα τα καταφέρω...